..Χορεσπερίδα είχαμε χθες, που λέτε, αγαπητοί φίλοι, κι είπαμε να το γλεντήσουμε δεόντως. Η παρέα μεγάλη και η ατμόσφαιρα ιδανική. Όμως όπως κι εκείνη την αξέχαστη βραδιά τού περασμένου Ιούνη, όπου κάπου μεταξύ τυρού και αχλαδίου καβγάς μεγάλος ξέσπασε στην ομήγυρη, έτσι και τώρα, λίγο πριν φτάσουν οι μπριζόλες στο τραπέζι, από το πουθενά έγινε τής Κορέας! Το κακό ξεκίνησε όταν ο -γνωστός σας πλέον- φίλος με τη βροντερή φωνή αναφέρθηκε στην περιβόητη ιστορία με το 2012 και την υποτιθέμενη προφητεία των Μάγια, παρατηρώντας συν τοις άλλοις ότι «όλα αυτά τα λέει και ο Νοστράδαμος, αλλά και η Αποκάλυψη τού Ιωάννη». «Ωχ!», μ’ έζωσαν αμέσως τα φίδια. «Αυτό δεν θα εξελιχθεί καλά...». Αφού, λοιπόν, εξέφρασα εν τάχει τις αντιρρήσεις μου, επισημαίνοντας ότι στην πραγματικότητα ούτε περί προφητείας πρόκειται, ούτε κάποια σπάνια ευθυγράμμιση πλανητών αναμένεται να αντιστρέψει τους μαγνητικούς πόλους τής γης αλλά ούτε και η αντιστροφή αυτή γίνεται μέσα σ’ ένα λεπτό, πέρασα και στην ταμπακιέρα:
► «Παρεμπιπτόντως, να πω επίσης ότι κάποιος που λέει πως είναι χριστιανός, δεν είναι δυνατόν να πιστεύει αυτά τα πράγματα. Διότι σύμφωνα με την Αγία Γραφή ΚΑΝΕΙΣ δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα έρθει η συντέλεια τού κόσμου.»
...
◊ «Έτσι», συμφώνησε κάποιος άλλος. «Γιατί αν ο καθένας ήξερε πότε θα ’ρθει το τέλος, δεν θα ’χε αξία η πίστη. Ξέρεις εσύ πότε θα πεθάνεις; Δεν ξέρεις. Έτσι πρέπει να είσαι πάντα έτοιμος.»
► «Σωστά.», συμφώνησα. Για να συμπληρώσω όμως: «Βέβαια, εννοείται ότι η συγκεκριμένη συλλογιστική προϋποθέτει την πίστη σε κάποιον υπερφυσικό Κριτή.»
◊ «Ε ναι, εννοείται. Εσύ, δηλαδή, τι πιστεύεις;»
► «Εγώ δεν πιστεύω στην ύπαρξη κάποιου τέτοιου υπερφυσικού Κριτή. Για μένα όλα αυτά δεν είναι παρά απλά κατασκευάσματα των ιερατείων με στόχο τον έλεγχο των πιστών. Εκμεταλλεύτηκαν, δηλαδή, το πιο αδύνατο σημείο τής ύπαρξής μας -την επίγνωση τής θνητότητάς μας και τον φόβο τού θανάτου- και πατώντας εκεί, κατάφεραν να πάρουν τον έλεγχο τού νου μας - με το αζημίωτο φυσικά!»
◊ «Δηλαδή εσύ τι ακριβώς είσαι; Άθεος; Τι πιστεύεις;», επανήλθε ο φίλος ζητώντας περισσότερες διευκρινίσεις.
► «Ε τώρα μεγάλες κουβέντες πάμε ν’ ανοίξουμε. Είναι μεγάλο το θέμα και δεν μπορεί να γίνει τώρα εδώ τέτοιου είδους συζήτηση. Πολύ χοντρικά, όμως, μπορώ να πω ότι βρίσκομαι κάπου κοντά στον αγνωστικισμό. Αλλά ούτε ακριβώς εκεί. Το είπα: δεν είναι απλό το θέμα.»
□ «Αγνωστικισμός; Δηλαδή;», παρενέβη ο φίλος με τη βροντερή φωνή.
►«Κοίτα, ΚΑΙ εδώ θα το πω πολύ χοντρικά. Αυτό, λοιπόν, που πιστεύω εγώ είναι ότι η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τού Θεού -ή τέλος πάντων, τής όποιας ανώτερης δύναμης μπορεί να υπάρχει- είναι αδύνατον να γνωσθεί. Εγώ, δηλαδή, απλά λέω: δεν ξέρω.»
◊ «Άθεος, δηλαδή, στην ουσία.», παρατήρησε λακωνικά ο έτερος συνομιλητής.
► «Για πολλούς, ναι. Για άλλους, πάλι, όχι. Για να καταλάβεις, τι περίπου με διαφοροποιεί από τον άθεο… -»
◊ «Ό,τι και να πεις, δεν διαφοροποιείσαι σε τίποτα από τον άθεο!», με διέκοψε εκείνος. «Εσύ απλώς, λες, ούτε πιστεύω ούτε δεν πιστεύω, για να μένεις κάπου ανάμεσα.»
► «Κάτσε ρε συ!», διαμαρτυρήθηκα. «Άφησέ με να ολοκληρώσω! Καταρχάς, εμένα ουδόλως μ’ ενδιαφέρει να είμαι κάπου ανάμεσα ούτε και προσδοκώ κάποιο όφελος. Απλά λέω ότι δεν έχω ιδέα. Τουλάχιστον για τα πολύ βασικά πράγματα. Απαγορεύεται, δηλαδή, να λέω “δεν ξέρω”; Όμως, για τον απόλυτο άθεο η λεγόμενη “πρώτη αιτία”, φερ’ ειπείν, δεν αποτελεί πρόβλημα. Το τι πυροδότησε, δηλαδή, τη Μεγάλη Έκρηξη και το αν είχαν προηγηθεί και άλλες άπειρες Μεγάλες Εκρήξεις, για τον άθεο δεν είναι λόγος να μπαίνει σε άλλου είδους σκέψεις. Για μένα, όμως, το θέμα αυτό ΕΙΝΑΙ πρόβλημα. Να, λοιπόν, έτσι πρόχειρα μία διαφορά. Αλλά, είπαμε, η συζήτηση είναι μεγάλη. Γενικά μιλάμε τώρα.»
◊ «Εγώ, πάντως, πιστεύω ότι απλά έχεις διαβάσει τόσα πολλά που, τελικά, αντί να πλησιάσεις σ’ αυτό που, τέλος πάντων, ονομάζουμε “αλήθεια”, έχεις απομακρυνθεί ακόμα περισσότερο. Κοιτάς τι λέει το κάθε φιλοσοφικό σύστημα, και πιάνεσαι από την κάθε παπαριά που είπε ποτέ ο κάθε μαλάκας, και δεν μπορείς να πας παραπέρα. Εδώ, όμως, δεν μιλάμε για θέμα γνώσης, αλλά για θέμα ψυχής. Είναι, δηλαδή, κάτι εσωτερικό που εσύ, επειδή ασχολείσαι μονόπλευρα με τη θεωρία, δεν μπορείς να νιώσεις.»
► «Κάτσε ρε συ… Εσύ δεν με ρώτησες τι πιστεύω κι εγώ σου είπα ότι δεν είναι τόσο απλή η συζήτηση αυτή; Ποια γνώση, λοιπόν, μού τσαμπουνάς τώρα και πράσινα άλογα; Και ποια εσωτερική ανάγκη; Εγώ, λοιπόν, ποτέ δεν θυμάμαι να ένιωσα αυτό το πράγμα που λες - όχι τώρα, αλλά ούτε και πριν που δεν ασχολούμουν καθόλου και δεν ήξερα πού παν τα τέσσερα! Ποτέ, λοιπόν, δεν θυμάμαι να είχα βαθιά, αληθινά θρησκευτικά συναισθήματα. Από πού, λοιπόν, απομακρύνθηκα; Από το τίποτα; Ή θα μου πεις ότι τότε ήμουν χριστιανός, ενώ τώρα δεν είμαι; Ποια η διαφορά, ρε συ; Ας σοβαρευτούμε. Κι εκτός αυτού, είναι, δηλαδή, παπαριές αυτά που είπαν οι διάφοροι στοχαστές κι οι φιλόσοφοι και δεν είναι τα άλλα που είχαν προηγηθεί;»
◊ «Κοίτα -κούφια η ώρα, ω μη γένοιτο-, εγώ πιστεύω πως μόνο όταν φτάσει κανείς -ή κάποιος πολύ δικός του- κοντά στον θάνατο, καταλαβαίνει κάποια πράγματα. Γιατί τότε όλοι θυμόμαστε αυτήν την ανώτερη δύναμη και ζητάμε βοήθεια. Γιατί όμως;»
► «Γιατί; Μα είναι πολύ απλό: επειδή -όπως είπα και πριν- είμαστε άνθρωποι κι έχουμε αδυναμίες και φόβους. Έτσι, λοιπόν, μέσα στην απελπισία μας λογικό είναι να ψάχνουμε κάποιο στήριγμα. Ε κι αν το στήριγμα αυτό είναι κιόλας και υπερφυσικό και παντοδύναμο, τότε ακόμα καλύτερα! Αυτό, όμως, σε καμία περίπτωση δεν το κάνει και αντικειμενικά αληθινό, δηλαδή πραγματικά υπαρκτό! Η ακλόνητη πίστη σε κάτι είναι που μπορεί να σε βοηθήσει, και όχι αυτό καθαυτό το αντικείμενο τής πίστης αυτής! Αλλιώς πώς εξηγείται το γεγονός ότι “θαυματουργικές” ιάσεις μπορούν να συμβούν παντού και σ’ όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων; Εκτός αυτού, πού το βρήκες γραμμένο ότι όλοι οι άθεοι όταν βρεθούν στην ανάγκη, θυμούνται τον Θεό; Σε καμία περίπτωση δεν ισχύει αυτό. Που ακόμα και να συμβεί δηλαδή, δεν αποδεικνύεται τίποτα παραπάνω από απλή ανθρώπινη αδυναμία!»
◊ «Κοίτα, εγώ πάντως πιστεύω ακράδαντα ότι αυτό που θα δώσεις, αυτό θα πάρεις. Όλοι και όλα κρίνονται, κανείς δεν ξεφεύγει!»
► «Κρίνονται πότε και από ποιον; Από τον άγνωστο Θεό σε μιαν άγνωστη διάσταση;»
◊ «Όοοχι! Εδώ κρίνονται όλα. Ό,τι δώσεις, θα το εισπράξεις. Πάντα απονέμεται δικαιοσύνη.»
► «Ποια δικαιοσύνη, ρε συ; Πλάκα μού κάνεις; Πού βλέπεις εσύ δικαιοσύνη; Μα ακριβώς επειδή τίποτα δεν μαρτυρά πως υπάρχει ή υπήρξε ποτέ κάποιο σχέδιο απονομής Θείας Δικαιοσύνης, επινοήθηκε η θεωρία περί μεταθανάτιας κρίσης. Αυτό το ζήτημα είναι πανάρχαιο, ρε συ, και απασχόλησε τα μεγαλύτερα μυαλά τής ανθρώπινης ιστορίας! Μη με τρελαίνεις τώρα!»
◊ «Έστω. Όταν, όμως, κάτι κακό συμβαίνει σε κάποιον ενάρετο, ξέρουμε εμείς ως άνθρωποι κατά πόσο είναι πράγματι ενάρετος; Σκέφτηκες ότι κάποια πράγματα που εμείς δεν βλέπουμε, κάποιος άλλος μπορεί να τα βλέπει;»
► «Γνωστό το επιχείρημα - και πολύ βολικό, θα συμπλήρωνα! Διότι όταν κάτι καλό συμβαίνει σε κάποιον ενάρετο, όλοι μιλούν για ανταπόδοση τού καλού. Όταν, όμως, τού συμβαίνει κάτι κακό, τότε η εξήγηση είναι ότι είτε δεν ήταν πραγματικά ενάρετος είτε ότι θα ανταμοιφθεί μετά θάνατον! Μονά-ζυγά δικά μας, δηλαδή! Είτε θα βρέξει είτε δεν θα βρέξει! Οπότε τι σοβαρή συζήτηση να κάνουμε τώρα εδώ;»
Και κάπου εκεί, που λέτε, άρχισε το πανηγύρι! Με αφορμή, λοιπόν, την όλη κουβέντα για το τι γίνεται κατόπιν θανάτου και τι όχι, ο φίλος με τη βροντερή φωνή ξαναμπήκε δυναμικά στη συζήτηση με το εξής καταπληκτικό σχόλιο:
□ «Τι ν’ αυτά που λέτε, ρε σεις; Μετά τον θάνατο δεν υπάρχει τίποτα!»
«Δεν μπορεί.», σκέφτηκα ακούγοντας τα λόγια αυτά. «Κάτι άλλο θα ’θελε να πει.». Οπότε ρωτώ για να βεβαιωθώ:
► «Κατάλαβα καλά; Είπες μόλις τώρα όντως ότι μετά τον θάνατο δεν υπάρχει τίποτα;»
□ «Χώμα και σκουλήκια!», απάντησε ξερά αυτός.
► «Δηλαδή δεν πιστεύεις ότι μετά τον θάνατο η ψυχή μας συνεχίζει να υπάρχει σε κάποια άλλη διάσταση;», επέμεινα αδυνατώντας να πιστέψω αυτά που άκουγα. Η απάντηση, όμως, δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας:
□ «Όχι βέβαια!», επανέλαβε ξερά αφήνοντας εμένα και όσους από την παρέα παρακολουθούσαν τη συζήτηση άναυδους.
► «Καλά ρε συ, θα μας τρελάνεις; Δηλαδή, εσύ τώρα λέγεσαι χριστιανός κι εγώ άθεος;», ρώτησα εμβρόντητος. «Άθεος-υλιστής είσαι, όχι χριστιανός! Είναι δυνατόν, ρε συ, να μην πιστεύεις στο κεντρικότερο, στο βασικότερο δόγμα τού χριστιανισμού, και να μας το παίζεις κιόλας και πιστός;»
□ «Και βέβαια, είμαι χριστιανός!», απάντησε αυτός απτόητος.
► «Τι λες, ρε συ;», φούντωσα τότε εγώ. «Ο απόστολος Παύλος είπε ότι εάν η Ανάσταση δεν έγ…-»
□ «Τι με νοιάζει εμένα τι είπε ο μ*****ς ο Παύλος που σκότωνε τους χριστιανούς;!», ήταν το σχόλιο σ’ αυτό που ποτέ δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω. Και αυτή, βέβαια, ήταν και η χαριστική βολή. Ήμουν πραγματικά σοκαρισμένος. Απέναντί μου είχαν έναν άνθρωπο που πραγματικά ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι και την άγνοια. Κι όμως επέμενε παρ’ όλα αυτά να θεωρεί τον εαυτό του χριστιανό, επιδεικνύοντας κι από πάνω μεγαλόψυχη συγκαταβατικότητα για τις αθεϊστικές μου αντιλήψεις!
► «Ρε άνθρωπε, ηρέμησε λίγο και προσπάθησε να ακούσεις αυτά που σου λέει ο άλλος.», δοκίμασα να τον συνεφέρω.
□ «Ακούω πολύ καλά και καταλαβαίνω απόλυτα.», απάντησε εκείνος. «Όμως δεν δέχομαι το σκεπτικό σου. Επειδή, δηλαδή, δεν πιστεύω ότι ο Νώε έφτιαξε κάποια Κιβωτό που τη γέμισε με όλα τα είδη ή ξέρω ’γώ, ότι ο Ιωνάς έμεινε τρεις μέρες μέσα στο κήτος, πάει να πει πως δεν είμαι χριστιανός; Ποιος το λέει αυτό; Χριστιανός είναι όποιος έχει δύο χιτώνες και δίνει τον έναν. Αυτό λέει ο χριστιανισμός!»
► «Ποιος μίλησε, ρε συ, για τον Νώε ή τον Ιωνά; Σού ’πα ποτέ τίποτα εγώ για τέτοιου είδους θέματα; Εγώ μίλησα για δόγματα βασικά και αδιαπραγμάτευτα που είτε ορθόδοξος είσαι, είτε καθολικός, είτε προτεστάντης, είτε οτιδήποτε άλλο, δεν γίνεται να μην τα πιστεύεις! ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ! Πώς να το κάνουμε δηλαδή; Αν δεν πιστεύεις ότι μετά τον θάνατο υπάρχει συνέχεια, αλλά λες ότι το μόνο που μένει είναι χώμα και σκουλήκια, τότε είσαι καραμπινάτος άθεος-υλιστής!! Μέση οδός δεν υπάρχει!»
□ «Και ποιος το λέει αυτό; Εμένα -όπως σου ’πα- αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι η ουσία τού χριστιανισμού και όχι τα δόγματα κι οι φιλοσοφικές θεωρίες. Αυτά είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα. Επειδή, δηλαδή, κάποιοι αποφάσισαν πριν από, δεν ξέρω εγώ πόσους, αιώνες το ένα ή το άλλο δόγμα, σημαίνει ότι όποιος δεν τα πιστεύει, δεν είναι χριστιανός;»
...
◊ «Κοίτα, Κώστα,», ξαναμπήκε στην κουβέντα ο άλλος φίλος, «η αλήθεια, πάντως, είναι ότι σίγουρα ασχολείσαι υπερβολικά με το θεωρητικό κομμάτι τής ιστορίας. Όπως σού ’πα, όμως, όσες γνώσεις κι αν αποκτήσεις γύρω απ’ αυτά τα ζητήματα, αυτές δεν θα σε βοηθήσουν να βγάλεις άκρη - να μάθεις, δηλαδή, αν υπάρχει Θεός ή όχι.»
► «Μα… δεν αντιλέγω! Εδώ, όμως, ρε παιδιά, μιλάμε για στοιχειώδη πράγματα! Για διαφορές που το άσπρο το κάνουν μαύρο! Και στο φινάλε, να σας το θέσω κι αλλιώς; Αρνείστε, λοιπόν, όλα αυτά τα δόγματα και λέτε πως είναι κατασκευάσματα απλών ανθρώπων - είτε τώρα μιλάμε για τους Πατέρες, είτε για τους θεολόγους είτε για το ιερατείο γενικά. Και ρωτώ, λοιπόν: όλα αυτά που ξέρετε για τον Χριστό και για την Ανάσταση, αλλά και οτιδήποτε άλλο δέχεστε από τη χριστιανική θρησκεία, από ποιον τα μάθατε; Είσασταν μήπως άγραφο χαρτί και ξαφνικά σας ήρθε η επιφοίτηση τού Αγίου Πνεύματος; Απ’ αυτούς, μωρέ, τα μάθατε! Απ’ αυτούς που τώρα αμφισβητείτε! Λυπάμαι πραγματικά που το λέω, παιδιά, αλλά δεν έχει νόημα να συνεχίζουμε άλλο τη συζήτηση αυτή. Απλά είναι αδύνατον να συνεννοηθούμε. Ειλικρινά ξενέρωσα.»
Ε και κάπου εκεί, λοιπόν, μπήκε επιτέλους ένα τέλος σ’ αυτήν την παρωδία. Για άλλη μία φορά είχα χάσει τζάμπα τον χρόνο μου, σπατάλησα άσκοπα την ενέργειά μου, χάλασα σαν χαζός το κέφι μου και βγήκα κιόλας και κολλημένος κι από πάνω! Αναρωτιέμαι πότε θα βάλω επιτέλους μυαλό…
..
..




